Tokenisation: Η νέα εποχή των επενδύσεων

Tokenisation: Η νέα εποχή των επενδύσεων

Μια σημαντική αλλαγή συντελείται στον κόσμο των επενδύσεων. Μετοχές, ομόλογα και άλλα περιουσιακά στοιχεία ενδέχεται στο μέλλον να αλλάζουν χέρια ταχύτερα, με χαμηλότερο κόστος και μέσα από νέες ψηφιακές υποδομές.

Η τεχνολογία που βρίσκεται πίσω από αυτή την εξέλιξη ονομάζεται tokenisation και ήδη απασχολεί τις μεγαλύτερες χρηματοπιστωτικές αγορές και κεντρικές τράπεζες του κόσμου.

Ως γνωστόν, ο -έως τώρα- τρόπος λειτουργίας των χρηματαγορών βασίζεται σε ένα σύνθετο δίκτυο τραπεζών, χρηματιστηριακών εταιρειών, θεματοφυλάκων και συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού.

Ενδεικτικά, όταν ένας επενδυτής αγοράζει ένα ομόλογο ή μια μετοχή, η συναλλαγή μπορεί να εκτελείται μέσα σε δευτερόλεπτα, με αντίστοιχη μεταβίβασης του τίτλου και της αντίστοιχης πληρωμής. Ωστόσο, αυτή η «συμβατική» συναλλαγή, ακόμα κι αν έχει εξελιχθεί σε ηλεκτρονική μορφή (συγκριτικά με την ανταλλαγή ενσώματων τίτλων και χαρτονομισμάτων) απαιτεί επιπλέον διαδικασίες, οι οποίες δεν πραγματοποιούνται πάντοτε την ίδια στιγμή. Συν αυτώ, εμπεριέχονται έννοιες όπως η εκκαθάριση, ο διακανονισμός, το t+2 κ.α.

Το tokenisation φιλοδοξεί να αλλάξει αυτή την πραγματικότητα.

Πρόκειται για την ψηφιακή αναπαράσταση ενός περιουσιακού στοιχείου μέσω ενός ψηφιακού διακριτικού, γνωστού ως token, το οποίο μπορεί να καταγράφεται και να μεταβιβάζεται σε ειδικές τεχνολογικές υποδομές, όπως τα συστήματα κατανεμημένου καθολικού (DLT).

Με απλά λόγια, ένα ομόλογο ή μια μετοχή θα μπορούσε να αναπαρίσταται ψηφιακά και να μεταβιβάζεται μέσα από ένα σύστημα που επιτρέπει μεγαλύτερη αυτοματοποίηση των συναλλαγών.

Η τεχνολογία αυτή δεν αλλάζει απαραίτητα την οικονομική φύση μιας επένδυσης. Μια μετοχή εξακολουθεί να συνδέεται με τα δικαιώματα και τους κινδύνους της εταιρείας που την έχει εκδώσει. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι ο τρόπος με τον οποίο εκδίδεται, καταγράφεται, μεταβιβάζεται και διακανονίζεται.

Για έναν ιδιώτη επενδυτή, οι τεχνολογικές εξελίξεις αποκτούν ουσιαστική σημασία όταν μεταφράζονται σε πρακτικά οφέλη.

Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του tokenisation είναι η δυνατότητα ταχύτερης ολοκλήρωσης των συναλλαγών.

Σήμερα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές μετοχών, όπως προηνεφέρθη, ο συνήθης κύκλος διακανονισμού είναι δύο εργάσιμες ημέρες μετά την πραγματοποίηση της συναλλαγής (t+2).

Η αξιοποίηση νέων ψηφιακών υποδομών θα μπορούσε να επιτρέψει σημαντικά ταχύτερο διακανονισμό, ακόμη και σχεδόν άμεσο, εφόσον πληρούνται οι απαραίτητες τεχνικές και κανονιστικές προϋποθέσεις.

Εξίσου σημαντική είναι η προοπτική περιορισμού του κόστους. Η αυτοματοποίηση διαδικασιών μπορεί να μειώσει την ανάγκη για διαδοχικούς ελέγχους και συμφωνίες μεταξύ διαφορετικών συστημάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι επενδυτικές συναλλαγές θα γίνουν αυτομάτως φθηνότερες για όλους. Δημιουργεί, ωστόσο, τις προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Παράλληλα, το tokenisation θα μπορούσε να διευκολύνει την ανάπτυξη νέων επενδυτικών προϊόντων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη δυνατότητα συμμετοχής με μικρότερα ποσά σε επενδύσεις που παραδοσιακά απαιτούν υψηλότερα κεφάλαια.

Η δυνατότητα αυτή εξαρτάται πάντοτε από τη φύση του προϊόντος, το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο και τους όρους διάθεσής του.

Επί παραδείγματι, ας υποθέσουμε ότι ένας επενδυτής επιθυμεί να αγοράσει ένα εταιρικό ομόλογο. Στο παραδοσιακό σύστημα, η εκτέλεση της συναλλαγής, η μεταβίβαση του τίτλου και η μεταφορά των χρημάτων πραγματοποιούνται μέσα από διαφορετικά στάδια και υποδομές. Αλλά σε ένα κατάλληλα σχεδιασμένο ψηφιακό περιβάλλον, η μεταβίβαση του ομολόγου και η αντίστοιχη πληρωμή θα μπορούσαν να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα.

Με αυτόν τον τρόπο περιορίζεται ο κίνδυνος να ολοκληρωθεί το ένα σκέλος της συναλλαγής χωρίς να ολοκληρωθεί το άλλο.
Επιπλέον, διαδικασίες όπως η καταβολή τόκων ή η αποπληρωμή του ομολόγου θα μπορούσαν να αυτοματοποιούνται μέσω των λεγόμενων smart contracts, δηλαδή προγραμματιζόμενων μηχανισμών που εκτελούν προκαθορισμένες ενέργειες όταν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Για τον επενδυτή, η τελική εμπειρία θα μπορούσε να είναι απλούστερη, ταχύτερη και περισσότερο διαφανής.
Η σημασία αυτών των εξελίξεων αποτυπώνεται και στις πρόσφατες πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Προς αυτό, η ΕΚΤ ήδη προωθεί δύο σημαντικές πρωτοβουλίες, το Pontes και το Appia.

Το Pontes αποσκοπεί στη δυνατότητα διακανονισμού συναλλαγών σε ψηφιακά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία με χρήμα κεντρικής τράπεζας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να ενισχύσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα των συναλλαγών μεταξύ χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Το Appia επικεντρώνεται στη διαμόρφωση ενός ευρύτερου, ενοποιημένου ευρωπαϊκού οικοσυστήματος ψηφιακών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Η πλήρης υλοποίηση των σχεδιαζόμενων δυνατοτήτων του Pontes αναμένεται έως τα μέσα του 2028, ενώ για το Appia προβλέπεται η παρουσίαση ενός σχεδίου αρχιτεκτονικής του νέου οικοσυστήματος μέσα στο ίδιο έτος.

Οι πρωτοβουλίες αυτές δείχνουν ότι η ψηφιοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών δεν αποτελεί πλέον μια θεωρητική συζήτηση, αλλά αντικείμενο συγκεκριμένων θεσμικών και τεχνολογικών παρεμβάσεων.

Ένα σημείο που αξίζει ιδιαίτερη προσοχή είναι η διάκριση μεταξύ tokenisation και κρυπτονομισμάτων, διότι παρότι χρησιμοποιούν εν μέρει συγγενείς τεχνολογίες, δεν πρόκειται για ταυτόσημες έννοιες.

Αφενός, ένα κρυπτονόμισμα (όπως το Bitcoin) αποτελεί ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο με δικά του χαρακτηριστικά και κινδύνους. Αφετέρου, το επί παραδείγματι tokenised ομόλογο μπορεί να αντιπροσωπεύει έναν χρηματοπιστωτικό τίτλο που συνδέεται με συγκεκριμένο εκδότη, συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Επομένως, η αξιοποίηση της τεχνολογίας blockchain ή DLT δεν σημαίνει απαραίτητα επένδυση σε κρυπτονομίσματα.

Ούτε όμως η χρήση της τεχνολογίας αυτής αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας. Η αξία, η ρευστότητα, τα νομικά δικαιώματα και ο πιστωτικός κίνδυνος του εκδότη εξακολουθούν να έχουν καθοριστική σημασία.

Έτι περαιτέρω, όπως συμβαίνει με κάθε σημαντική τεχνολογική μεταβολή, το tokenisation δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά συνοδεύεται και από προκλήσεις.

Η κυβερνοασφάλεια, η τεχνολογική αξιοπιστία, η προστασία των επενδυτών και η δυνατότητα συνεργασίας διαφορετικών ψηφιακών συστημάτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ευρεία υιοθέτησή του.

Μα και η δυνατότητα ψηφιακής αναπαράστασης ενός περιουσιακού στοιχείου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αυτό αποκτά μεγαλύτερη ρευστότητα, καθώς ένα επενδυτικό προϊόν μπορεί να μεταβιβάζεται τεχνικά με μεγαλύτερη ευκολία, αλλά να εξακολουθεί να μην διαθέτει επαρκή αριθμό αγοραστών και πωλητών.
Για τον λόγο αυτό, οι επενδυτές οφείλουν να εξετάζουν όχι μόνο την τεχνολογία ενός προϊόντος, αλλά και τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του.

Η μετάβαση προς τις ψηφιακές χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Δεν είναι δεδομένο ότι όλες οι παραδοσιακές διαδικασίες θα αντικατασταθούν ούτε ότι οι νέες τεχνολογίες θα υιοθετηθούν με τον ίδιο ρυθμό από όλες τις αγορές. Ωστόσο, η κινητοποίηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η αυξανόμενη ενασχόληση του χρηματοπιστωτικού κλάδου με το tokenisation αναδεικνύουν τη δυναμική αυτής της αλλαγής.

Για τους ιδιώτες επενδυτές, το σημαντικότερο δεν είναι να αναζητήσουν βιαστικά επενδυτικές ευκαιρίες που σχετίζονται με τη νέα τεχνολογία, αλλά να κατανοήσουν πώς αυτή μπορεί σταδιακά να μεταμορφώσει το περιβάλλον μέσα στο οποίο πραγματοποιούν τις συναλλαγές τους.

Γιατί το μέλλον των επενδύσεων δεν θα καθορίζεται μόνο από το σε τί επενδύει κανείς, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιεί τις επενδύσεις του.

Μην ξεχάσετε να μπείτε στην κοινότητά μας!

Πατήστε ΕΔΩ


Άλλες δημοσιεύσεις:

Επιστροφή στον Οικονομικό Τύπο